ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ,

Διαβάστε ΕΔΩ το πρώτο κεφάλαιο,Για να μην ξεχνάς. Μυθιστόρημα. Νεκταρία Μαρκάκη, εκδόσεις Αέναον

7:19 π.μ. Ekdoseis Aenaon 0 Comments


Για να μην ξεχνάς.
Μυθιστόρημα.
Κεφάλαιο 1.

Κρυώνω.
Νιώθω το δέρμα μου να μυρμηγκιάζει καθώς το αεράκι το χαϊδεύει με το απαλό φύσημα του. Ριγώ ολόκληρη, ένα ρίγος που δεν προμηνύει τίποτα καλό. Αυτό με προτρέπει κιόλας ν’ ανοίξω τα μάτια όσο βαριά κι αν αισθάνομαι τα βλέφαρά μου. Το βλέμμα θολό, δεν μπορώ να το εστιάσω πουθενά. Η προσπάθεια μου φέρνει ζαλάδα με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να ξαπλώσω πάλι για να συνέλθω. Στο κεφάλι ένα συνεχές σφυροκόπημα, εκεί, στα μηλίγγια, που με αποσυντονίζει εντελώς. 
Πονάω παντού.
Προσπαθώ να ανασηκώσω τον κορμό μου αλλά δεν τα καταφέρνω. Πέφτω μπρούμυτα πάνω στο έδαφος με φόρα. Στη μύτη μου σκαρφαλώνει η μυρωδιά του βρεγμένου χώματος. Σύντομα, εκτός από το να το μυρίσω, μπορώ να το νιώσω κιόλας κάτω από την παλάμη μου. Μου παγώνει το δέρμα ακόμα περισσότερο, και το αεράκι που δε λέει να σταματήσει, χειροτερεύει την κατάσταση. Τρέμω κι όσο κι αν προσπαθώ να πάρω τον έλεγχο του κορμιού μου για να διώξω το τρέμουλο, τόσο περισσότερο αποτυγχάνω.
Ένα κύμα απελπισίας μου κάνει επίθεση γιατί όσο κι αν παλεύω να δώσω εντολή στο σώμα μου να συνεργαστεί, εκείνο εξαντλημένο, δεν υπακούει. Μένω ξαπλωμένη για λίγο ακόμα με τα μάτια μισάνοιχτα μήπως μπορέσω να εστιάσω λίγο κάπου. Η ανάσα μου βγαίνει κοφτή, με δυσκολία. Νιώθω καυτά δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα μου. Ευτυχώς, τουλάχιστον βοηθούν στο να καθαρίσει λίγο η ματιά μου έτσι ώστε να μπορέσω να δω καθαρά γύρω μου, αλλά η εικόνα με τρομοκρατεί ακόμα περισσότερο.
Κρατάω την ανάσα μου σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να μην ξεσπάσω σε λυγμούς διότι βρίσκομαι στη μέση του πουθενά, περιτριγυρισμένη από ψηλά δέντρα με χοντρούς κορμούς, που τα κλαδιά τους κρύβουν τον ουρανό. Ανακάθομαι με δυσκολία και προσπαθώ να μην πανικοβληθώ περισσότερο, αλλά όταν ρίχνω μια ματιά στα χέρια και τα πόδια μου, μου έρχεται να ουρλιάξω από τον τρόμο. Παντού μώλωπες κι εκδορές. Πληγές πάνω στις οποίες το αίμα έχει ξεραθεί, κι άλλες καλυμμένες από χώμα και βρομιές. Νιώθω ένα τσούξιμο στο πόδι. Στο ύψος του αστραγάλου η πληγή που έχω, αναβλύζει αίμα.
Δεν ξέρω τι να κάνω.
Το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό είναι πως πρέπει να σωθώ.
Κόβω ένα κομμάτι ύφασμα από το μακρύ κόκκινο φόρεμα μου με τη βοήθεια μίας κοφτερής πέτρας που άρπαξα από το έδαφος, και δένω τον αστράγαλο μου. Προσπαθώ να βρω την ανάσα μου πριν σηκωθώ μα χίλιες απορίες μου κάνουν επίθεση ξαφνικά:
Πως βρέθηκα εδώ; Που είναι αυτό το εδώ;
Μα η ερώτηση που κάνω στον εαυτό μου και με τρομάζει όσο τίποτ’ άλλο, είναι μία:
Ποια είμαι;
Προσπαθώ να θυμηθώ τ’ όνομα μου όμως μου είναι εντελώς αδύνατον. Ακουμπώ τη παλάμη στο κρύο έδαφος για να μπορέσω να δώσω ώθηση στο σώμα μου. Οι πέτρες με πονούν αλλά πρέπει να κάνω κουράγιο για να σηκωθώ. Το δεξί μου πόδι είναι, ευτυχώς, σε καλή κατάσταση. Εκτός από μία πληγή στο γόνατο που όμως δεν μ’ ενοχλεί πολύ, το υπόλοιπο δεν έχει χτυπήματα, αλλά το αριστερό δεν μπορώ να το πατήσω. Αναγκάζομαι τα πρώτα βήματα να τα κάνω σέρνοντάς το πίσω μου βαστάζοντας τους χοντρούς κορμούς των δέντρων, αγνοώντας τους φλοιούς τους που γδέρνουν τη παλάμη μου. Βογκάω από τον πόνο μα δεν βγαίνει άχνα από το στόμα μου. Ο λαιμός μου είναι ξερός, νιώθω τα χείλια μου σκασμένα και πρησμένα από την έλλειψη νερού. Φέρνω το χέρι στο πρόσωπο μου. Ένα ψηλάφισμα είναι αρκετό για να καταλάβω πως το δεξί μου μάτι είναι πρησμένο και σίγουρα δεν χρειάζομαι να το δω σε καθρέφτη για να σιγουρευτώ πως είναι μελανιασμένο. Βάζω τα κλάματα, οι λυγμοί μου σιωπηλοί αφού δεν βγαίνει άχνα από τα χείλια μου, ενώ προχωράω μες το δάσος προς άγνωστη κατεύθυνση ελπίζοντας πως ίσως να βγω σε κάποιο σημείο όπου θα μπορέσει να με βρει κάποιος.
Μπορεί να μην έχω ιδέα ποια είμαι, αλλά θέλω τόσο πολύ να ζήσω…
Δεν ξέρω πόση ώρα περπατάω, αν έχουν περάσει μερικά λεπτά ή πολλές ώρες. Παρακολουθώ τον ήλιο να χαμηλώνει αργά μα σταθερά, σχεδόν βασανιστικά, και χαίρομαι που τουλάχιστον έχω σκιά για να προστατευτώ. Τώρα κάνει ζέστη, τουλάχιστον έτσι νομίζω. Μπορεί να φταίει το ότι οι μύες μου έχουν ζεσταθεί από την υπέρτατη προσπάθειά μου να σωθώ. Όμως έχω αρχίσει να κουράζομαι και πλέον το κάθε βήμα είναι μία απίστευτη ταλαιπωρία για όλο μου το σώμα. Η ανάσα μου βγαίνει κοφτή ενώ το στέρνο μου πονάει από την προσπάθεια. Ζαλίζομαι από την έλλειψη τροφής και νερού. Τόση ώρα περπάτημα και δεν έχω συναντήσει κάποια πηγή ενώ ακούω καθαρά που και που τον ήχο που κάνει το τρεχούμενο νερό πάνω από το τραγούδι των πουλιών.
Σταματώ την πορεία μου σε μια προσπάθεια να ξεκουράσω λίγο τους πονεμένους μύες μου. Ακουμπώ την πλάτη μου πάνω στον κορμό ενός πεύκου. Η περιοχή είναι γεμάτη με αυτά και οι πεσμένες πευκοβελόνες έχουν δημιουργήσει ένα χαλί το οποίο ματώνει με κάθε βήμα τις γυμνές μου πατούσες. Όμως η μυρωδιά με ζαλίζει ευχάριστα. Μου προκαλεί ευφορία. Τουλάχιστον με κάθε ανάσα, εδώ και αρκετή ώρα, καταφέρνω να πατήσω παύση στο τρέμουλο που μου προκαλεί ο φόβος για το άγνωστο.
Σηκώνω το χέρι στο λαιμό μου κι ασυναίσθητα αρχίζω να παίζω με την αλυσίδα που είναι  κρεμασμένη εκεί. Παρατηρώ το δάσος γύρω μου, αλλά όταν αισθάνομαι τα δάχτυλα μου ν’ ακουμπούν ένα δαχτυλίδι που κρέμεται στην άκρη της αλυσίδας, τραβώ τα μάτια μου από τα δέντρα και τα καρφώνω εκεί. Σαστίζω γιατί δείχνει να είναι πανάκριβο. Φτιαγμένο από πλατίνα, είναι στολισμένο με λευκές και ροζ πέτρες, μάλλον διαμάντια. Στην κορυφή, ένα μεγαλύτερο διαμάντι στέκει λάμποντας επιβλητικά κάτω από το φως. Δεν μπορώ να πιστέψω πως μου ανήκει γι’ αυτό εξετάζω τα δάχτυλά μου. Συνειδητοποιώ πως ο δεξιός μου παράμεσος είναι σαφώς πιο λευκός στο σημείο που θα μπορούσε να ακουμπούσε το δαχτυλίδι αν το φορούσα. Κι όμως, μου φαίνεται ως κάτι που δεν θα τολμούσα ποτέ να διαλέξω για κόσμημα. Φυσικά, δεν μπορώ να είμαι και απόλυτα σίγουρη. Εδώ δεν θυμάμαι καν το όνομα μου…
Κλείνω τα μάτια, παίρνω μια βαθιά ανάσα στρέφοντας το πρόσωπο μου στον ουρανό κι αφουγκράζομαι τη φύση. Χαμογελάω αχνά γιατί ο ήχος του τρεχούμενου νερού, μου φαίνεται να έρχεται από κοντινή απόσταση. Προχωράω με δυσκολία αλλά με αστείρευτο πείσμα προς την κατεύθυνση εκείνη. Η ανακούφιση που νιώθω όταν βλέπω τη λίμνη που δημιουργεί ο μικρός καταρράχτης ο οποίος πέφτει από τον λόφο μπροστά μου, δεν περιγράφεται. Βρίσκω το σθένος να τρέξω ως εκεί αν και το πόδι μου δυσκολεύει τις κινήσεις μου. Πέφτω στα γόνατα αγνοώντας τον κοφτερό πόνο και χώνω τις χούφτες μου μες το παγωμένο νερό. Είναι λες και τραβάει μακριά την κούραση και τον πόνο κάθε φορά που ξεπλένω το πρόσωπο μου. Πίνω με λαχτάρα αρκετό, αν και στην αρχή μου καίει το λαιμό· δεν σταματάω όμως, όχι πριν νιώσω το στομάχι μου βαρύ και χορτασμένο από δροσιά.
Κάθομαι στην όχθη και προσπαθώ να καθαρίσω τα πόδια μου από τα χώματα, αλλά κι όπου αλλού μπορώ να δω πληγή. Η κατάσταση μου είναι απελπιστική σε σημείο που λυπάμαι τον ίδιο μου τον εαυτό. Με πιάνει ξάφνου το παράπονο. Όχι μόνο που παραλίγο να πεθάνω, αλλά γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ το γιατί. Έχω στύψει το μυαλό μου για ένα όνομα, κάτι που να μου θυμίσει ποια είμαι, αλλά κάθε προσπάθεια πέφτει στο κενό. Σέρνομαι προς τη λίμνη και σκύβω πάνω από τα ήρεμα νερά. Πρώτη φορά από την ώρα που άνοιξα τα μάτια μου βλέπω τα χαρακτηριστικά μου. Κόκκινα μακριά μαλλιά γεμάτα με κλαδιά και φύλλα. Πρόσωπο σχεδόν στρογγυλό, παιδικό, αν και τα καταπράσινα μάτια μου μαρτυρούν πως έχω περάσει τα είκοσι προ πολλού. Φακίδες γύρω από την λεπτεπίλεπτη μύτη που ανασηκώνεται στην άκρη, και μικρό, αλλά γεμάτο στόμα. Έχω ένα λακκάκι στο πηγούνι και κάθε φορά που κουνάω τα χείλη μου παρατηρώ πως δημιουργούνταν κι άλλα στα μάγουλα μου. Έχω απέναντι μου μία μορφή τόσο οικεία, μα ταυτόχρονα τόσο άγνωστη που με τρομάζει.
Κοιτάζω τη μορφή μου για αρκετή ώρα σε μια απέλπιδα προσπάθεια να θυμηθώ. Σταματάω μόνο όταν νιώθω ατονία, αυτή τη ζαλάδα που προκαλεί η κούραση, να μου χτυπά την πόρτα. Σίγουρα το να συνεχίσω το δρόμο μου σε αυτή την κατάσταση, είναι κακή ιδέα. Θα πρέπει να περάσω τη βραδιά εδώ και το επόμενο πρωινό να συνεχίσω την πορεία μου, αν και δεν έχω ιδέα που πρέπει να πάω. Πόσο θα ήθελα να φάω κάτι, το στομάχι μου διαμαρτύρεται έντονα. Αναρωτιέμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που έβαλα κάτι μέσα του. Ψάχνω γύρω με τα μάτια για τροφή. Παντού έχει ελαιόδεντρα και ανάμεσα τους βερυκοκιές, δαμασκηνιές και ροδακινιές. Το στόμα μου γεμίζει σάλια από την ανάγκη για λίγη τροφή. Κάνω μία απόπειρα να σηκωθώ, να κλέψω τους καρπούς για να σωθώ, μα η κούραση με έχει καταβάλει για τα καλά. Χρειάζομαι τρεις προσπάθειες ώσπου να σταθώ στα πόδια μου. Κατευθύνομαι αργά προς τα δέντρα, δίνω κουράγιο στον άγνωστο εαυτό μου, του λέω πως μπορεί να σωθεί, ότι θα τα καταφέρει αλλά και πάλι η υπερπροσπάθεια με κουράζει και καταλήγω πάλι να κάθομαι στο υγρό έδαφος.
Ξάφνου, κρατάω για λίγο την ανάσα μου όταν ακούω να φέρνει φωνές το αεράκι προς το μέρος μου. Νομίζω πως παρακούω, πως ίσως να έχω παραισθήσεις από την πείνα και την κούραση, όμως οι φωνές πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Ορκίζομαι πως άκουσα παιδική φωνούλα να τσιρίζει χαρούμενα και μετά μία γυναίκα να καλεί δυνατά και αυστηρά, «Μελίνα γύρνα πίσω». Δύο φορές το άκουσα, δεν μπορεί να παίζει το μυαλό μου τέτοια παιχνίδια!
Έχω σωθεί;
Σηκώνομαι όρθια με όση δύναμη μου έχει απομείνει αγνοώντας τα γόνατα μου που τρέμουν από την υπερπροσπάθεια να σταθώ. Τα μάτια μου εξετάζουν την περιοχή με λαχτάρα, περιμένοντας να δω κάποια κίνηση. Η ελπίδα μου ζεσταίνει την καρδιά. Προσπαθώ με τα βίας να κάνω μερικά βήματα προς τις φωνές όταν ξάφνου μέσα από τα δέντρα ξεπροβάλλει η μορφή ενός παιδιού που δεν είναι πάνω από πέντε χρονών. Τρέχει προς τη λίμνη μα μόλις τα μάτια της πέφτουν πάνω μου, σταματάει απότομα. Με αντικρίζει με ορθάνοιχτα μάτια από την έκπληξη σφίγγοντας πάνω της ένα μικροσκοπικό γατί που παλεύει να της ξεφύγει.
 Οπισθοχωρεί τρομαγμένη.

Δεν πρέπει να φύγει η μοναδική μου ελπίδα. Δεν γίνεται να μείνω πάλι μόνη σε αυτό το δάσος. Σηκώνω αδύναμα το χέρι σε μια προσπάθεια να αποτρέψω το κορίτσι από το να τραπεί σε φυγή, κοιτώντας την ικετευτικά στα μάτια. Παρατηρώ στα χείλια της να τρέμουν από φόβο. Προσπαθώ να μιλήσω αλλά δεν βγαίνει κουβέντα από το στόμα μου. Το κορίτσι αφήνει έναν λυγμό να της ξεφύγει και κλείνει τα μάτια πριν τσιρίξει με όλη της τη δύναμη, πάνω που αισθάνομαι να χάνω κάθε επαφή με το περιβάλλον και πέφτω αβοήθητη στο έδαφος. 

0 σχόλια:

About AENAON PUBLICATIONS

Η φωτογραφία μου


Οι εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ ιδρύθηκαν το 2016 με σκοπό την έκδοση βιβλίων υψηλών προδιαγραφών και με μοναδικό στόχο τις καλύτερες συνθήκες για τους συγγραφείς και χαμηλό κόστος για το αναγνωστικό κοινό . 
Στον όμιλο επιχειρήσεων μας διαθέτουμε ένα πλήρες πακέτο προκειμένου να καλύπτουμε τον συγγραφέα από το στάδιο της έγκρισης μέχρι και την έκδοση του νέου του βιβλίου . Η διαφημιστική μας εταιρία , πρώτη και μοναδική στην Ελλάδα με έμπειρους μαρκετίστες αναλαμβάνει τον συγγραφέα και τον προβάλλει σε όλα τα μέσα . Το ατελιέ μας αποτελείτε από έμπειρους γραφίστες  , οι επιμελητές μας αναλαμβάνουν την διόρθωση του έργου σας χωρίς να παρεμβαίνουν σε αυτό με σκοπό να χαθεί η ταυτότητα του συγγραφέα και  οι τυπογραφικές μονάδες είναι έτοιμες να φιλοξενήσουν το όνειρο κάθε δημιουργού . Η επιλογή και τα κριτήρια για την έκδοση ενός βιβλίου είναι αυστηρά καθώς σεβόμαστε το αναγνωστικό κοινό και τις απαιτήσεις του . 
Μέχρι σήμερα η έκδοση και το ταξίδι ενός βιβλίου είχε αβέβαιο προορισμό , με τις εκδόσεις ΑΕΝΑΟΝ ένα είναι σίγουρο το ταξίδι θα το καθορίσεις εσύ και τον προορισμό εμείς . 
Επικοινωνήστε με τα γραφεία μας καθημερινά Δευτέρα -Παρασκευή 10:00-19:00 :2155016693 & 697 

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΣΤΟ ΒΟΥΝΟ

ΣΤΗ ΒΙΚΟΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΗΛΙΟ

ΣΤΗ ΒΙΚΟΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΠΑΝΤΑ ΗΛΙΟ

ΚΑΤΩ ΑΠ΄ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΘΩ

ΚΑΤΩ ΑΠ΄ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΘΩ

ΤΟ ΓΝΕΨΙΜΟ

ΤΟ ΓΝΕΨΙΜΟ

ΤΣΑΙ ΒΑΤΟΜΟΥΡΟ

ΤΣΑΙ ΒΑΤΟΜΟΥΡΟ

ΕΝΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

ΕΝΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ

Ο ΠΙΝΑΚΑΣ

ΚΑΤΩ ΑΠ΄ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΘΩ

ΚΑΤΩ ΑΠ΄ΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΑΘΩ

UNDER THS SHADOW OF ATHOS

UNDER THS SHADOW OF ATHOS

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗ

ΤΑΞΙΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΟΧΘΗ

ΙΔΕΩΝ ΛΥΚΑΥΓΕΣ

ΙΔΕΩΝ ΛΥΚΑΥΓΕΣ

ΨΥΧΩΝ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

ΨΥΧΩΝ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ

8 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΕ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ

8 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΕ ΜΠΟΥΚΑΛΙΑ